βαθύπεδος

βᾰθύ-πεδος, ον,
A with deep plain, lying low (between hills), of Nemea, Pi.N.3.18 (prob. for -πεδίῳ).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθύπεδος — ο (Α βαθύπεδος, ον) αυτός που βρίσκεται σε βαθιά πεδιάδα, ανάμεσα σε βουνά νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. βλ. λ. βαθύπεδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + πεδον < πέδον «έδαφος, γη, πεδιάδα»] …   Dictionary of Greek

  • βαθύ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής και δηλώνει: 1. αυτόν που έχει βάθος πρβλ. βαθύκολπος, βαθύπεδος, βαθύρριζος αρχ. βαθυαγκής, βαθύγαιος, βαθυδινήεις, βαθυκύμων,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.